διαβάζεται...
Αναρτήσεις

η αφαίρεση της ανθρώπινης ζωής συνιστά το ύψιστο έγκλημα;


aristera niki-fr_280

 

http://enosy.blogspot.gr/2013/11/blog-post_2.html

«Η αφαίρεση της ανθρώπινης ζωής συνιστά το ύψιστο έγκλημα. Η σημερινή δολοφονία δημιουργεί κλίμα αποσταθεροποίησης και στοχεύει στη δημοκρατία. Πρέπει να τύχει της απόλυτης καταδίκης, καθώς και της ηθικής, ιδεολογικής και πολιτικής απομόνωσής της».
ΣΥΡΙΖΑ

Η λιτή ανακοίνωση του ΣΥΡΙΖΑ για την ένοπλη επίθεση στους χρυσαυγίτες τοποθετεί πολιτικά σωστά το ζήτημα και δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνειών και πολιτικής εκμετάλλευσης του γεγονότος από το κράτος και τις αντιδραστικές πολιτικές δυνάμεις.

Η ύψιστη μορφή βίας είναι η αφαίρεση της ανθρώπινης ζωής. Το αστικό κράτος το οποίο έχει το μονοπώλιο άσκησης νόμιμης βίας, ασκεί αυτή την μορφή βίας τόσο έμμεσα με τις πολιτικές που οδηγούν στον θάνατο κατηγορίες πληθυσμού με την εξαθλίωση των συνθηκών διαβίωσης και της κοινωνικής περίθαλψης, αλλά και ενίοτε άμεσα στην έκτακτη περίπτωση του πολέμου (διακρατικού ή εμφυλίου), όπως και με την θεσμοθέτηση της “θανατικής καταδίκης” ως ποινής για συγκεκριμένες εγκληματικές πράξεις.

Οι πολιτικές της Αριστεράς τοποθετούνται στον αντίποδα της θανατοπολιτικής: Η ανθρώπινη ζωή και η υπεράσπισή της είναι μια πρωταρχική αξία που τοποθετείται πάνω από τους όρους μιας συγκυριακής πολιτικής σύγκρουσης. Γιαυτό πάντα αγωνιζόταν να θέσει την θανατική ποινή εκτός του πλαισίου νομιμότητας της άσκησης της κρατικής βίας. Σήμερα σε πολλά αστικά κράτη έχει καταργηθεί η θανατική καταδίκη ως ποινή , όμως έχει ενταθεί η αφαίρεση της ανθρώπινης ζωής ως αποτέλεσμα της “βιοπολιτικής” όπως αυτή διαγράφεται υπό την συνθήκη κυριαρχίας του νεοφιλελευθερισμού.

Η βία έτσι ή αλλιώς είναι μια πραγματικότητα στην κοινωνική ζωή , ανεξάρτητα αν κάποιος την καταδικάζει ή όχι “απ’ όπου και αν προέρχεται”. Πρώτα απ’ άλλα ασκείται από το κράτος στο σύνολο των κοινωνικών δραστηριοτήτων και είναι ενσωματωμένη στην λειτουργία των θεσμών: Το κενό που αφήνει η συναίνεση το καλύπτει ο καταναγκασμός, από την διαπαιδαγώγηση που ασκείται στο πλαίσιο των εκπαιδευτικών θεσμών μέχρι το σωφρονιστικό σύστημα. Όσο πραγματική είναι η κρατική βία, άλλο τόσο πραγματικές είναι και οι αντιδράσεις που εκδηλώνονται με αντίστοιχες πρακτικές από τα υποκείμενα που την υφίστανται.

Η περίπτωση στην οποία η αφαίρεση της ανθρώπινης ζωής “νομιμοποιείται” τόσο για την Αριστερά αλλά και προφανώς για το αστικό κράτος – είναι όταν κινδυνεύει η κρατική εξουσία και κυριαρχία, ή όταν δημιουργείται μια νέα, όπως συμβαίνει με τις κρατικές συγκροτήσεις που αναδύονται ως αποτέλεσμα εθνικοαπελευθερωτικών πολέμων και επαναστάσεων. Σε αυτές τις περιπτώσεις όποιος καταδικάζει την βία “απ’ όπου και αν προέρχεται” κινδυνεύει να θεωρεί εθνοπροδότης και να οδηγηθεί στο εκτελεστικό απόσπασμα…

Όσο θεωρητικό ενδιαφέρον και αν έχει συζήτηση για το αν αυτή η “εξαίρεση” σε ότι αφορά στην αναγνώριση της ανθρώπινης ζωής ως απόλυτης αξίας είναι δικαιολογημένη ή όχι εκ μέρους της Αριστεράς, σήμερα δεν έχει καμία πρακτική πολιτική αξία: Δεν βρισκόμαστε στα πρόθυρα εμπόλεμης ή εμφύλιας σύρραξης και επομένως δεν υπάρχουν τέτοια διλήμματα. Η Αριστερά αγωνίζεται ενάντια σε αυτές τις προοπτικές σε αντίθεση με τις αντιδραστικές πολιτικές δυνάμεις που φαίνεται να παίζουν με ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Αυτό το ενδεχόμενο προκύπτει ως αναμενόμενη συνέπεια της θανατοπολιτικής που ασκείται στα πλαίσιο του νεοφιλελευθερισμού, με μεγάλο τμήμα του κοινωνικού συνόλου να οδηγείται στην φυσική εξόντωση μέσω της ανθρωπιστικής κρίσης και της εξαθλίωσης. Αποτελεί και αντικείμενο πολιτικού σχεδιασμού των διαχειριστών της κρατικής εξουσίας, στην προοπτική της υπέρβασης της κρίσης του πολιτικού συστήματος και της χειραγώγησης της κοινωνικής πόλωσης που όλο και περισσότερο οξύνεται στην ελληνική κοινωνία.

Η αντιδραστική “αντεπανάσταση” που συντελείται την εποχή των μνημονίων δεν καταργεί μόνον τα κοινωνικά συμβόλαια που συγκροτούσαν την κοινωνική συνοχή την προηγούμενη περίοδο, αλλά έχει οδηγήσει στην συγκρότηση ενός αυταρχικού και ολοκληρωτικού καθεστώτος το οποίο παραβιάζει την ίδια την αστική νομιμότητα και εκφυλίζει τον κοινοβουλευτισμό και την αστική δημοκρατία: Όλο το θεσμικό πλαίσιο των μνημονιακών νόμων και των μεταρρυθμίσεων που έχουν γίνει τα τελευταία χρόνια συγκροτούν το “επαναστατικό δίκαιο” αυτής της αντιδραστικής αντεπανάστασης το οποίο επιβλήθηκε κυρίως με τον “φόβο” και όχι με την “συναίνεση” της ελληνικής κοινωνίας.

Η διαχείριση του φόβου αποτελεί τον συνεκτικό στοιχείο της κρατικής πολιτικής το οποίο διαπερνάει ως κόκκινη κλωστή τα κυβερνητικά μέτρα των μνημονιακών πολιτικών. Τα κυρίαρχα ερείσματα του φόβου σε καπιταλιστικούς κοινωνικούς σχηματισμούς όπως είναι ο ελληνικός, ενθυλακώνονται στο κίνδυνο της απώλειας της ανθρώπινης ζωής και της ατομικής ιδιοκτησίας.

Την προηγούμενη περίοδο η προβολή – φανταστική σε αρκετές περιπτώσεις – της έξαρσης της εγκληματικότητας με αιχμή την εγκληματικότητα των μεταναστών αρκούσε για την διαχείριση του φόβου από το κράτος. Στο έδαφος αυτών των “κινδύνων” στρώθηκε ο δρόμος για την άνοδο του ναζισμού στη χώρα μας, κάτι στο οποίο συνέδραμε η ανικανότητα της Αριστεράς αλλά και του κινήματος να επιβάλουν την δική τους πολιτική ατζέντα στην ελληνική κοινωνία και να δημιουργήσουν αναχώματα απέναντι στην επιθετική πολιτική του κεφαλαίου ενάντια στο κόσμο της εργασίας.

Σήμερα όμως ένα μεγάλο κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας αντιλαμβάνεται ότι κινδυνεύει τόσο η ζωή του όσο και η περιουσία του από το ίδιο το κράτος και τις πολιτικές του. Αυτή η συνειδητοποίηση δεν προέρχεται κυρίως από την διακριτή παρέμβαση της όποιας Αριστεράς αλλά προκύπτει άμεσα ως απόρροια αυτών των πολιτικών. Όταν ο Άλλος πεθαίνει γιατί δεν μπορεί να αγοράσει τα φάρμακα και να πληρώσει τους γιατρούς και τα νοσοκομεία ή όταν εξαναγκάζεται να πουλήσει το σπίτι του για να πληρώσει τα χαράτσια και τους φόρους, τότε δεν χρειάζεται καμία πολιτική διαμεσολάβηση για να αντιληφθεί ότι η ζωή του και η ιδιοκτησία του κινδυνεύουν από το ίδιο το κράτος. Όσο λοιπόν πολιτικά αδιαμεσολάβητη είναι αυτή η συνειδητοποίηση, εξίσου αδιαμεσολάβητη είναι συχνά και η αντίδραση απέναντι σε αυτή την κατάσταση. Αυτό ακριβώς το φαινόμενο προσδιορίζει και τα όρια της πολιτικής έκφρασης της κοινωνικής πόλωσης και εξηγεί γιατί ένα μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού δηλώνει στις δημοσκοπήσεις ότι δεν τον εκφράζει κανένας από τους υπάρχοντες πολιτικούς σχηματισμούς. Το ίδιο φαινόμενο εξηγεί και την δημοσκοπική άνοδο του ναζισμού στη χώρα μας.

Έτσι εξηγείται επίσης και η εκδήλωση αυθόρμητων μορφών ατομικής βίας και κοινωνικών ταραχών που δεν υπόκεινται στην πολιτική χειραγώγηση των πολιτικών μηχανισμών. Η Αριστερά μπορεί να συζητάει σήμερα αν θα πρέπει να συνταχθεί με την “καταδίκη της βίας απ’ όπου και αν προέρχεται”, όμως δεν αποτελεί υποκείμενο που ασκεί οποιαδήποτε μορφή βίας. Ο “Δεκέμβρης” είναι υπόδειγμα από το πρόσφατο παρελθόν όπου καταγράφεται το χάσμα ανάμεσα στις θεωρητικές αναζητήσεις και τις πολιτικές πρακτικές της Αριστεράς. Το πολιτικό πρόβλημα που υπάρχει στην Αριστερά σήμερα είναι ακριβώς αυτό: Πως τοποθετείται απέναντι στις αυθόρμητες μορφές ατομικής βίας και στις κοινωνικές ταραχές;

Και εδώ είναι αναγκαίες οι καθαρές απαντήσεις. Μια συνηθισμένη στάση ενός μεγάλου τμήματος της Αριστεράς (με πρωτεργάτη το ΚΚΕ) συνίσταται στην καταγγελία κάθε μορφής κοινωνικής ταραχής και παραβατικότητας που είναι έξω από τους σχεδιασμούς των επιτελείων της ως “υποκειμενική” και ως “αντικειμενική” προβοκάτσια. Αυτή η πολιτική στάση κινείται εντός των πλαισίων της πολιτικής του αντιπάλου και αφοπλίζει πολιτικά την Αριστερά. Στην πραγματικότητα – πέρα από τις όποιες επικλήσεις για διακηρύξεις περί καταδίκης της βίας απ’ όπου και αν προέρχεται- αν κάποιος αναλύσει την πολιτική πρακτική της όποιας Αριστεράς χωρίς υστερόβουλες σκοπιμότητες θα διαπιστώσει ότι η Αριστερά τηρεί την νομιμότητα, και ότι τόσο στους σχεδιασμούς των επιτελείων της όσο και στην δράση της δεν υπάρχει καμία μορφή παραβατικότητας και καμία πρακτική άσκησης βίας, εκτός αν θεωρήσουμε ότι η παρακώλυση των συγκοινωνιών, ή μια συμβολική κατάληψη δημόσιου χώρου και άλλα ανάλογα πταίσματα του ποινικού κώδικα αποτελούν το περιεχόμενο της βίας που αρνείται να καταδικάσει.

Ο πολιτικός διαχωρισμός απέναντι σε συγκεκριμένες δράσεις και πρακτικές, όταν γίνεται με πλαίσιο την “προβοκατορολογία” λειτουργεί εντός των ορίων της κυρίαρχης κρατικής πολιτικής που επιδιώκει να αναπαράγει τον φόβο και να εντείνει την σύγχυση στους αντιπάλους της: Θα μπορούσαμε λοιπόν να ισχυριστούμε ότι προβακατορολογία είναι μια δευτερογενής προβοκάτσια αφού λειτουργεί με τα ίδια ακριβώς στοιχεία και τα ενεργοποιεί. Ένα γεγονός δύναται να λειτουργήσει ως προβοκάτσια – ανεξάρτητα από το αν είναι κατασκευασμένο ως τοιούτο – από την στιγμή που αντιμετωπίζεται με την προβοκατορολογία.

Η ανακοίνωση του ΣΥΡΙΖΑ σε αυτό το ζήτημα είναι διαυγής: “Η αφαίρεση της ανθρώπινης ζωής συνιστά το ύψιστο έγκλημα”. Θέτει με αυτό τον τρόπο ένα όριο στην βία – απ’ όπου και αν προέρχεται – το οποίο είναι εκ των προτέρων καταδικαστέο. Δεν είναι θέμα που επιδέχεται ανάλυση για τον εντοπισμό των προθέσεων και κινήτρων των δραστών για να καταγγελθεί.

Η Αριστερά που θέλει να υπερασπιστεί πραγματικά την θέση ότι δεν καταδικάζει “κάθε μορφή βίας απ’ όπου και αν προέρχεται”, θα πρέπει κυρίως να βάλει κάποια διακριτά όρια όχι μόνον ως προς την προέλευσή της αλλά και ως προς τις μορφές της. Η αφαίρεση της ανθρώπινης ζωής είναι ένα τέτοιο απαράβατο όριο για τις πολιτικές της πρακτικές, όριο το οποίο παραβαίνει συστηματικά το κράτος με τις θανατοπολιτικές του. Αυτή είναι και η “ηθική” υπεροχή της Αριστεράς απέναντι στις πολιτικές του νεοφιλελευθερισμού,

Γιαυτόν ακριβώς τον λόγο, η Αριστερά όταν θα έρθει στην εξουσία δεν θα στείλει “τους προδότες στο Γουδί”. Μια δίκαιη πράξη βίας απέναντι στο πολιτικό προσωπικό που συμμετείχε στην επιβολή των μνημονίων θα μπορούσε να είναι η απαλλοτρίωση της ατομικής ιδιοκτησίας τους και η συνταξιοδότηση τους με την κατώτατη σύνταξη του ΙΚΑ για να περάσουν τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής τους. Πράξη πολύ πιο ήπια από την βία που επέβαλαν στο σύνολο σχεδόν της ελληνικής κοινωνίας αυτές οι πολιτικές.

Advertisements

Συζήτηση

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.