διαβάζεται...
Πολιτική

Άρθρο στην εφημερίδα «ΗΜΕΡΗΣΙΑ»: «Και όταν σκάσει η «φούσκα» της απόφασης του Eurogroup;»


sakelaridis-300x224Και όταν σκάσει η «φούσκα» της απόφασης του Eurogroup;

Γαβριήλ Σακελλαρίδης

Συντονιστής του Τμήματος Οικονομικής Πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ

Λίγες μόνο μέρες μετά την απόφαση του Eurogroup για την Ελλάδα και ο κουρνιαχτός φαίνεται να καταλαγιάζει. Ούτε το μεγαλόστομο διάγγελμα του κ. Σαμαρά, ούτε οι δηλώσεις του κ. Στουρνάρα είναι ικανές να πείσουν για την «επιτυχία» της ελληνικής κυβέρνησης, αφού η πραγματικότητα είναι ακόμα μία φορά αμείλικτη με τις κυβερνητικές φαντασιώσεις. Ας δούμε το γιατί.

Στο κείμενο της απόφασης του Eurogroup καθίσταται σαφές ότι τόσο η απόφαση για την εκταμίευση της δόσης, όσο και τα μέτρα απομείωσης του δημόσιου χρέους (μείωση επιτοκίων, επιστροφή κερδών της ΕΚΤ στην Ελλάδα) βασίζονται στον ακρογωνιαίο λίθο της επιτυχίας του προγράμματος επαναγοράς ομολόγων. Σε αυτό ήταν ξεκάθαρη και η κ. Λαγκάρντ στη συνέντευξη τύπου μετά το Eurogroup. Επομένως έχει σημασία να εστιάσουμε για λίγο στις πιθανότητες επιτυχίας αυτού του προγράμματος, παρόλο που ο ορισμός της «επιτυχίας» είναι κάτι το εντελώς σχετικό.

Το πρόγραμμα επαναγοράς ομολόγων εκτιμάται ότι θα αποφέρει πενιχρά αποτελέσματα. Ο βασικός λόγος είναι ότι οι ιδιώτες κάτοχοι ομολόγων δεν έχουν κίνητρο να πουλήσουν ομόλογα που έχουν αγοράσει με 100 σεντς σε τιμή 28 σεντς, όσο δηλαδή η μέση τιμή της 23ης Νοεμβρίου. Πόσο δε μάλλον όταν η ελληνική κυβέρνηση δεν μπορεί να τους εξαναγκάσει, αφού απαιτείται να συμφωνήσει το 75% (των κατόχων ομολόγων οι κάτοχοι των 47,25 δις από τα 63 δις) για να ενεργοποιηθούν οι ρήτρες (CACs). Ακόμη και αν οι τράπεζες και τα ασφαλιστικά ταμεία συναινέσουν (κατέχουν περίπου 22 δις), το ελληνικό δημόσιο θα πρέπει να υποστεί νέα κόστη για να ανακεφαλαιοποιήσει τις πρώτες και να σώσει τα δεύτερα από την κατάρρευση. Επομένως, θα συμμετέχουν μόνο όσοι έχουν αγοράσει ακόμα πιο φτηνά τα ελληνικά ομόλογα στη δευτερογενή αγορά (hedge funds), ενώ παράλληλα το ελληνικό δημόσιο θα πρέπει να δανειστεί για να επαναγοράσει αυτά τα ομόλογα. Επομένως, η επαναγορά ομολόγων δεν θα επιφέρει κάποια απομείωση του χρέους.

Ακόμη όμως και αν θεωρηθεί «επιτυχία» η παραπάνω διαδικασία και υλοποιηθεί η μείωση των επιτοκίων, και πάλι το αποτέλεσμα θα είναι εξαιρετικά μακριά από τις φαντασιώσεις του κ. Σαμαρά. Ο λόγος είναι ότι για τη βιωσιμότητα του χρέους αυτό που έχει σημασία δεν είναι τα επιτόκια από μόνα τους, αλλά η διαφορά των ρυθμών ανάπτυξης από τα επιτόκια. Και όσο η ύφεση συνεχίζεται, εξαιτίας της αδιανόητης λιτότητας που επιβάλει η κυβέρνηση και η τρόικα το αποτέλεσμα θα είναι το δημόσιο χρέος να συνεχίσει να καλπάζει.

Οι προβλέψεις για δημόσιο χρέος 124% του ΑΕΠ το 2020 και μικρότερο του 110% το 2022 είναι έωλες, αφού βασίζονται σε ρυθμούς μεγέθυνσης και πρωτογενή πλεονάσνατα που απλώς δεν συνάδουν με τις δογματικές πολιτικές της Ευρωζώνης και της κυβέρνησης Σαμαρά.

Πολύ σύντομα και αυτός ο επίπλαστος «ενθουσιασμός» για την απόφαση του Eurogroup θα ξεφουσκώσει. Και τότε η ελληνική κυβέρνηση και οι εταίροι θα κληθούν να αντιμετωπίσουν, με χειρότερους όρους, την πραγματικότητα.

Η μόνη ρεαλιστική πρόταση για έξοδο είναι αυτή που θεωρεί ως «αναγκαία συνθήκη» τη διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του χρέους και ως «ικανή συνθήκη» την απόρριψη της λιτότητας.

Σε σχέση με τη διαγραφή συχνά στο δημόσιο διάλογο διατυπώνονται επιχειρήματα προτεσταντικής ηθικής του τύπου «πρέπει να είμαστε συνεπείς με τις υποχρεώσεις μας». Όμως αυτό που έχει σημασία να διευκρινιστεί είναι ότι η δανειοδότηση μίας χώρας αποτελεί μία μορφή επένδυσης, από την οποία ο δανειστής απολαμβάνει ένα σχετικό κέρδος με την μορφή του τόκου. Καμία επένδυση δεν συνεπάγεται εξ ορισμού κέρδος, αντιθέτως κάποιες είναι ιδιαιτέρως ριψοκίνδυνες. Ακριβώς τέτοιο ρίσκο ενείχε και η δανειοδότηση μίας υπερχρεωμένης χώρας που διανύει το πέμπτο έτος ύφεσης. Επομένως, η διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του χρέους δεν αποτελεί τίποτα το περισσότερο από την επαλήθευση μιας αποτυχημένης επένδυσης, η οποία συνεπάγεται ζημίες για αυτούς που αντιμετώπιζαν μυωπικά την κατάσταση.

Όμως η διαγραφή από μόνη της δεν αρκεί. Όσο συνεχίζονται οι περικοπές, οι απολύσεις και το ξεπούλημα του δημόσιου πλούτου η οικονομία θα συνεχίζει στο τέλμα της ύφεσης. Η ανάγκη υλοποίησης ενός σχεδίου παραγωγικής ανασυγκρότησης και ανόρθωσης της οικονομίας και της κοινωνίας, σαν κι αυτό που παρουσίασε ο Α. Τσίπρας στη ΔΕΘ το Σεπτέμβριο, είναι επιτακτική. Ειδάλλως, ο κ. Σαμαράς και η κυβέρνησή του θα συνεχίσουν το καταστροφικό τους έργο.

Advertisements

Συζήτηση

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.