διαβάζεται...
Αναρτήσεις

Πεθαίνοντας για την «ευρωζώνη»: η παλαιά γερμανική προσέγγιση


Του Δημήτρη Μπελαντή

«Πρέπει να δημιουργήσουμε μια Κεντρική Ευρωπαϊκή Οικονομική Ένωση, με κοινές συμφωνίες (άρσης) φόρων και δασμών, η οποία θα περιλαμβάνει την Γαλλία, το Βέλγιο, την Ολλανδία, την Δανία, την Αυστροουγγαρία, την Πολωνία και ίσως την Ιταλία, Σουηδία και Νορβηγία. Αυτή η Ένωση  δεν θα έχει μόνο συντακτική ανώτατη εξουσία, κατά τρόπο που όλα τα μέλη της θα είναι ίσα, αλλά στην πραγματικότητα θα τεθεί υπό γερμανική ηγεσία και πρέπει να σταθεροποιήσει την γερμανική οικονομική κυριαρχία στην Μέση Ευρώπη (“ Mitteleuropa”)» [1].

Αυτή η περίφημη φράση δεν ανήκει, όπως είναι εύληπτο από την αναφορά στην Αυστροουγγαρία, στον Χέλμουτ Κολ ή τον Χέλμουτ Σμιτ. Πολύ περισσότερο δεν ανήκει στους σημερινούς διαχειριστές της Ευρωζώνης ή της Ε.Ε., τον Μπαρόζο, τον Τρισέ ή τον Γιούνκερ. Δεν ανήκει καν στον Βόλφαγκανγκ Σόιμπλε, όπως θα ήταν φυσικότερο.  Περιέργως, γράφτηκε τον Ιούλιο του 1914, λίγο πριν από την έκρηξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, από τον τότε καγκελάριο του Κάιζερ Μπέτμαν Χόλβεκ. Μάλιστα, η φράση ανήκει στην έκθεση του Χόλβεκ προς τον αξιωματούχο  Γκόσεν, σε μια περίοδο που η Γερμανία σχεδίαζε τον πόλεμο από την πλευρά της, και που δεν είχε ανακοινώσει ακόμη πολεμικούς στόχους προσάρτησης ζωνών όπως το Βέλγιο ή η Βόρεια Γαλλία (με τα πλούσια μεταλλεύματά της) – όπως δηλαδή θα έκανε λίγο μετά,  τον Σεπτέμβριο του 1914, σε πλήρη πολεμικό αναβρασμό.

Όπως περιγράφει ο γνωστός βρετανός ιστορικός Νάιαλ Φέργκιουσον [2], η ιδέα μιας Ευρωπαϊκής Ένωσης υπό γερμανική ιμπεριαλιστική ηγεμονία ήταν μια idée fixe του κεντρικού πυρήνα του γερμανικού πολιτικού και οικονομικού προσωπικού πριν και κατά την διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Ενδεικτικά, μπορούμε να αναφέρουμε τις ρήσεις σημαντικών ιδεολόγων του καθεστώτος, όπως ο διεθνολόγος  Χανς Ντελμπρυκ, κατά τον οποίο «μόνον μια Ευρώπη που δημιουργεί μια Φορολογική και Δασμολογική Ένωση (Zollverein) μπορεί να αντιμετωπίσει με ικανοποιητική ισχύ τις υπερέχουσες σημαντικά  δυνάμεις και αποθέματα πέρα από τον Ατλαντικό». Ενώ ο Γκύσταβ Μύλλερ μιλούσε για τις «Ενωμένες Πολιτείες της Ευρώπης», περιλαμβάνοντας τις παραπάνω χώρες και κάποιες ακόμη. Ο δε βαρόνος Λούντβιχ φον Φαλκενχάουζεν έγραφε για την «αντιμετώπιση των μεγάλων οικονομικών δυνάμεων των ΗΠΑ, της Βρετανίας και της Ρώσικης Αυτοκρατορίας με ένα συμπαγές οικονομικό μπλοκ, το οποίο θα αντιπροσωπεύει τα ευρωπαϊκά κράτη …κάτω από γερμανική ηγεσία με σκοπό α) να διασφαλίσει στα μέλη, και ιδίως στην Γερμανία, την κυριαρχία στην ευρωπαϊκή αγορά και β) να οδηγήσει την ενωμένη οικονομική αυτή δύναμη της Ενωμένης Ευρώπης στο πεδίο της σύγκρουσης με τις άλλες διεθνείς δυνάμεις όσον αφορά τους όρους εισχώρησης της κάθε μιας στην αγορά της άλλης». Προς το ίδιο σχέδιο προσανατολιζόταν και ο σημαντικός πολιτικός και τραπεζίτης Βάλτερ Ρατενάου, ο οποίος αργότερα θεωρήθηκε από την Άκρα Δεξιά υπεύθυνος για την Συνθήκη των  Βερσαλλιών και δολοφονήθηκε το 1922.

Παρά την εκτίμηση του Φέργκιουσον (την οποία ενίσχυε και ο βρετανικός σωβινισμός), ότι η Γερμανία ήταν τότε  πολύ αδύνατη για να οικοδομήσει έναν τέτοιο ευρωπαϊκό συσχετισμό δύναμης (βλ. και σε Ferguson: «Ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος»., εκδ. Ιωλκός), είναι βέβαιο ότι το σχέδιο αυτό ήταν κεντρικό εντός των τειχών της καϊζερικής Γερμανίας. Σε συνθήκες πάλης για την διεθνή ιμπεριαλιστική κυριαρχία (όπως αποτυπώνεται και στο βιβλίο του Λένιν για τον ιμπεριαλισμό), η Γερμανία και οι σύμμαχοί της αποτελούσαν το ανερχόμενο αλλά ακόμη υποδεέστερο μπλοκ έναντι της κρατούσας  Αντάντ. Δεν είχαν αποικίες, δεν είχαν επαρκή ενεργειακά αποθέματα, ήταν περικυκλωμένοι γεωπολιτικά μεταξύ Γαλλίας και Ρωσίας. Προέβλεπαν την κάθοδο του Βρετανού διεθνούς ηγεμόνα και ήθελαν να προλάβουν την άνοδο των Ηνωμένων Πολιτειών. Προσπαθούσαν, λοιπόν, να  ενεργοποιήσουν ένα ευρύτερο μπλοκ δυνάμεων και κρατικών οντοτήτων, να ανοίξουν έναν «γεωοικονομικό κρίσιμο χώρο», σύμφωνα και με την θεωρία του Φρήντριχ Ραίτσελ, με στρατιωτικά και γεωπολιτικά μέσα.

Πυρήνας του μπλοκ αυτού θα ήταν η «Μέση Ευρώπη» (η Αυστροουγγαρία, η Πολωνία, η Σκανδιναβία,  πιθανόν η Ιταλία), ως πρώτος ομόκεντρος κύκλος εθνών, είτε ήδη κατεχόμενων, είτε συνδεόμενων εθνοτικά-πολιτισμικα ή οικονομικά με την Γερμανία. Ο δεύτερος κύκλος με επίκεντρο την Γαλλία θα συνιστούσε μια ζώνη απόλυτα κυριαρχούμενη από την «Μέση Ευρώπη» και χωρίς δικαιώματα στην πράξη συγκαθορισμού της κοινής πολιτικής, ένα είδος «Νότου», κατ’ αναλογία προς τα σημερινά.  Ο τρίτος κύκλος, η ρωσική ενδοχώρα, θα ήταν μια απλή αποικία, η οποία θα διασφάλιζε τον ευρασιατικό έλεγχο.  Ο σχεδιασμός δεν έφτανε μέχρι το σημείο του «κοινού νομίσματος»,  αν και προφανώς είχαν στο μυαλό τους  μια σταθερή ισοτιμία των λοιπών νομισμάτων με το  αυτοκρατορικό μάρκο. Παρατηρούμε ήδη σε αυτό το στάδιο μια τάση κατοχύρωσης της γερμανικής προτεραιότητας ως αυτονόητα ενισχυτικής του κοινού συμφέροντος, χωρίς την αναφορά σε μέτρα που όντως θα προωθούν την κοινή ευημερία (ακόμη και στον σκληρό πυρήνα της  «Μέσης Ευρώπης»). Ένα έλλειμμα, δηλαδή, στο γερμανικό ηγεμονικό σχέδιο, μια τάση κυριαρχίας με «λειψή» ηγεμονία.

Η ήττα του 1918 και οι Βερσαλλίες έβαλαν στην ηττημένη Γερμανία καθήκοντα απλής επιβίωσης. Όμως, το σχέδιο αυτό δεν έσβησε στους ιμπεριαλιστικούς γερμανικούς κύκλους, εξ ου και αναβίωσε με τον ναζισμό. Εδώ, το σχέδιο της «Μέσης Ευρώπης» και της «Οικονομικής Ευρωπαϊκής Ένωσης» έλαβε ακόμη μεγαλύτερες διαστάσεις, ιδίως μετά την κατάκτηση των ευρωπαϊκών κρατών από τους ναζί και τη διαμόρφωση «εξαρτημένων» από αυτούς κυβερνήσεων – του τύπου Κουίσλινγκ.

Ήδη, στο περίφημο «Δεύτερο Βιβλίο» του (1928), ο Χίτλερ μίλαγε για έναν ρατσιστικό, αντικομμουνιστικό και άρειο «ευρωπαϊσμό», για τον οποίο άξιζε να πεθάνει κανείς. Πλέον, η «Ενωμένη Ευρώπη» δεν διέθετε καν τα περιθώρια συγκαθορισμού εκ μέρους των λοιπών κρατών, αλλά μετατρεπόταν σε εσωτερικό οικονομικό χώρο  της Μείζονος Γερμανίας (όπου είχαν ενταχθεί και χώρες της «Μέσης Ευρώπης»), αγορά της και προμηθευτή φτηνών πρώτων υλών και φτηνής εργατικής δύναμης.   Κατά την περίοδο οικονομικής διακυβέρνησης του Γ.Σαχτ , του Χ.Γκαίρινγκ και τελικά του Α.Σπέερ, υπήρξε έντονη εσωτερική συζήτηση  για την διαμόρφωση μιας «Οικονομικής Ένωσης» , η οποία θα είχε μάλλον  και ενιαίο νόμισμα, το μάρκο.Το θέμα αυτό ήταν στρατηγικά ανοιχτό και προωθούνταν κυρίως από  μονοπώλια όπως η I.G.Farben. Όπως είχε επισημάνει στις 25-10-1940 ο παράγων της γερμανικής οικονομίας  Χέρμανν Άπς, μιλώντας στο γερμανικό ινστιτούτο για τις τράπεζες  και την τραπεζική δραστηριότητα, καθώς η κοινή ευρωπαϊκή πολιτική θα ενίσχυε σημαντικά τόσο τις εξαγωγές γερμανικών κεφαλαίων όσο και γενικότερα την οικονομικοπολιτική διείσδυση και σε περιοχές εκτός Ευρώπης, θα ήταν μια εξαιρετική ευκαιρία. Αυτό ήταν το σχέδιο και πριν από το 1914, αυτό θα προχωρήσουμε και τώρα, συμπλήρωνε ο Άπς [3]. Μας θυμίζει τίποτε;

Ενδιαφέρον είναι, ακόμη, ότι στην διάρκεια του πολέμου, αστικοί κύκλοι αντιπολιτευόμενοι προς τον Χίτλερ  (όπως οι Πόπιτς, Χάσσελ και Γκέρντελερ που θα επιχειρούσαν τον Ιούλιο του 1944 την δολοφονία του),  διατύπωναν την άποψη ότι η γερμανική κατάκτηση της Ευρώπης είναι πια ένα δεδομένο και ότι η οικοδόμηση κοινών ευρωπαϊκών οικονομικών θεσμών στην Ευρώπη, με άρση δασμών και ενιαίο νόμισμα  (ένας ευρωπαϊκός κρατικός σύνδεσμος), θα αντιστάθμιζε προοπτικά την συγκεντρωτική εξουσία του Χίτλερ, θα αμυνόταν κατά του μπολσεβικισμού, θα ενίσχυε  την κοινή ευημερία και θα αντικαθιστούσε την στρατιωτική υποταγή με την οικονομική ειρηνική  συνεργασία [4].

Βλέπουμε, λοιπόν, ότι αυτές οι  αντιλήψεις για την γερμανική  οικονομική ηγεμονία στην  Ευρώπη  είχαν  βάθος και αντανακλούσαν κεντρικά  σχέδια και «φαντασίες» της γερμανικής μονοπωλιακής αστικής τάξης πριν από τον Δεύτερο πόλεμο. Η ενοποίηση της Γερμανίας ξαναέδωσε τροφή σε αυτές τις «απωθημένες» (;) αντιλήψεις. Όμως θα χρειαστεί να επανέλθουμε.

_____________________

Σημειώσεις

[1]. Βλ. σχετικά σε Fritz Fischer “Germany’s Wat Aims in the First World War”, 1968, σελ. 470.

[2]. Bλ. Σε Ferguson “The Kaiser’s European Union” in “Virtual History-Altermatives and Counterfactuals”, London 1997, σελ. 228 επ., 256 επ.

[3]. Ralph Giordano “Wenn Hitler den Krieg gewonnen haette”, Koeln 2000., σελ.  226 επ., 230 επ.

[4]. Karl Heinz Roth/Angelika Ebbimghaus “ Rote Kapellen –Kreisauer Kreise-Schwarze Kapellen”, Hamburg 2004.

Advertisements

Συζήτηση

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.