διαβάζεται...
Τέχνες Πολιτισμός

Ονομαστική κατάθεση στο ταμείο της μνήμης


 

«Δεν είναι Ιστορία, είναι η πρώτη ύλη χωρίς την οποία δεν γράφεται Ιστορία».

ΤΟΥ ΣΠΥΡΟΥ ΚΑΚΟΥΡΙΩΤΗ

ΚΟΥΛΑ ΞΗΡΑΔΑΚΗ, Κατοχικά, επιμέλεια: Κωστής Γιούργος, πρόλογος: Τασούλα Βερβενιώτη, εκδόσεις Κουκκίδα, σελ. 476
ΤΑΣΟΥΛΑ ΒΕΡΒΕΝΙΩΤΗ, Κούλα Ξηραδάκη: «Εγώ δεν τα παράτησα», εκδόσεις Κουκκίδα, σελ. 146

Είναι η ανωνυμία η μοίρα των «γυμνητών», των «αφανών» πολεμιστών κάθε μάχης; Πολύ πιθανόν, μιας και σε όλες τις πολεμικές περιόδους οι άνθρωποι εξοικειώνονται με το θάνατο και η αξία της ανθρώπινης ζωής «μικραίνει», όπως παρατηρεί η ιστορικός Τασούλα Βερβενιώτη. Όμως οι άνθρωποι, όσοι σκοτώθηκαν στη μάχη, όσοι εκτελέστηκαν στα μπλόκα, όσοι υπέκυψαν στα βασανιστήρια κι άλλοι πολλοί, έχουν ονοματεπώνυμο. Η μνημόνευσή τους, αυτή η «εις εαυτόν» προσταγή: «να μην ξεχάσω», με την οποία η αυτοδίδακτη ιστορικός Κούλα Ξηραδάκη άρχισε, μέσα στα πιο μαύρα χρόνια της Κατοχής, να συλλέγει στοιχεία για όσους έχασαν τη ζωή τους από τους κατακτητές, αποτελεί την πρώτη πράξη αντίστασης –ενάντια στη λήθη.

Πλάι στην αντιστασιακή δράση της μέσα από τις γραμμές της ΕΠΟΝ, η Ξηραδάκη συνέχισε να αντιστέκεται στη λήθη συλλέγοντας και καταγράφοντας ονόματα εκτελεσθέντων και άλλα υλικά, όπως προκηρύξεις, τρυκ, μπροσούρες κ.λπ. Ήρθε όμως καιρός που αυτά τα χαρτιά αναγκάστηκε να τα καταστρέψει («να τα κάψω για να μην καώ», σημειώνει στον πρόλογο του πρώτου τόμου των Κατοχικών). Όμως η μνήμη είναι επίμονη. Εργαζόμενη στο Ελεγκτικό Συνέδριο, μέσα σε δεκαπέντε χρόνια έπεσε δύο φορές πάνω στον φάκελο ενός από τους 200 εκτελεσθέντες της Καισαριανής, της Πρωτομαγιάς του 1944. Εκλαμβάνοντας αυτήν την επίμονη «τυχαία συνάντησή» της με το όνομα του Μύρωνα Παπαδόπουλου σαν μήνυμα, βάλθηκε να συγκεντρώσει ξανά το υλικό που είχε η ίδια καταστρέψει κατά τη διάρκεια της Κατοχής.

Η Κ. Ξηραδάκη όμως, έχοντας μαθητεύσει πλάι σε δασκάλους όπως ο Τ. Βουρνάς ή ο Γ. Κορδάτος, ήταν ήδη μια δόκιμη, αν και αυτοδίδακτη, ιστορικός, μολονότι ασχολούνταν κυρίως με τη δράση των γυναικών σε προγενέστερες εποχές. Γνώριζε πια πώς να ψάχνει και, κυρίως, να μην τα παρατάει ποτέ, να μην απογοητεύεται από τις λιγοστές αρχειακές διαθεσιμότητες. Χρησιμοποιώντας τους φακέλους του Ελεγκτικού Συνεδρίου απέκτησε μια «μαγιά» 850 ονομάτων εκτελεσθέντων. Ο κατάλογος σταδιακά μεγάλωνε, με στοιχεία από εφημερίδες και έντυπα, προφορικές και γραπτές μαρτυρίες, κοινοτικά αρχεία, μνημεία και επιτύμβιες πλάκες –καμία πηγή δεν περιφρόνησε, όσο «παράδοξη» κι αν φάνταζε την εποχή εκείνη…

Το αποτέλεσμα ήταν ένας τόμος με τον τίτλο Κατοχικά, που κυκλοφόρησε το 1975, ο οποίος συμπληρώθηκε, σύμφωνα και με υποδίξεις αναγνωστών, με έναν δεύτερο τέσσερα χρόνια αργότερα κι έναν τρίτο που έμεινε ανέκδοτος μέχρι τον θάνατό της, το 2005. Σήμερα, χάρις στις εκδόσεις Κουκκίδα, το έργο κυκλοφορεί σε έναν ενιαίο τόμο, αναθεωρημένο και συμπληρωμένο από τον επιμελητή του Κωστή Γιούργο.

Η Κ. Ξηραδάκη χρησιμοποίησε ποιοτικές κι όχι ποσοτικές μεθόδους, όπως επισημαίνει στον πρόλογό της η ιστορικός Τ. Βερβενιώτη. Καταχωρίζει τα θύματα ανά χρονολογία και τόπο εκτέλεσης. Δεν παραθέτει αριθμούς και στατιστικές, πίνακες κατανεμημένους ανά φύλο ή κοινωνική κατηγορία. Αυτή η εξαιρετικά χρήσιμη επεξεργασία αναμένει κάποιο οργανωμένο ερευνητικό πρόγραμμα για να πραγματοποιηθεί. Η δική της προσέγγιση είναι ανθρωποκεντρική, επιτρέποντας στον αναγνώστη να ανασυστήσει, στο μέτρο του δυνατού, την πορεία ζωής των εκτελεσθέντων, την ηλικία και το επάγγελμά τους, μέσα από τα σύντομα βιογραφικά που παραθέτει, αλλά και τις συνθήκες θανάτου τους, που κάποτε είναι λιγότερο «ηρωικές» (αλλ’ όχι και λιγότερο τραγικές) απ’ όσο θα περίμενε κανείς, όπως εκείνου του ψαρά που μαχαίρωσαν Γερμανοί στρατιώτες επειδή ζήτησε να πληρώσουν τα ψάρια που του πήραν…

Έτσι, τα Κατοχικά συνιστούν έναν «μνημονικό τόπο», με στόχο όχι μονάχα να μην ξεχαστούν οι νεκροί μιας τραγικής περιόδου αλλά να φτάσουν μέχρι τους μεταγενέστερους, αναγνώστες και ιστορικούς, τονίζει η Τ. Βερβενιώτη, για να συμπληρώσει στο δικό του σημείωμα ο Κ. Γιούργος: «Δεν είναι Ιστορία, είναι η πρώτη ύλη χωρίς την οποία δεν γράφεται Ιστορία». Ο ίδιος υπογραμμίζει έναν ακόμη ρόλο, πέραν αυτού της απόδοσης τιμής, που έρχεται να παίξει η νέα έκδοση των Κατοχικών: την συνηγορία υπέρ του αιτήματος των αποζημιώσεων των συγγενών των θυμάτων και της επιστροφής στο ακέραιο του κολοσσιαίου αναγκαστικού δανείου που επέβαλε η ναζιστική Γερμανία στην κατεχόμενη Ελλάδα.

Την επανέκδοση των Κατοχικών συντροφεύει το βιβλίο της Τασούλας Βερβενιώτη Κούλα Ξηραδάκη: «Εγώ δεν τα παράτησα», που αποτελεί «βιογραφία μιας αυτοδίδακτης ιστορικού». Η συγγραφέας του γνωρίστηκε με την Κ. Ξηραδάκη κατά τη διάρκεια της έρευνάς της για το ρόλο των γυναικών στην Αντίσταση και τον Εμφύλιο. Σύντομα, η γνωριμία αυτή μετατράπηκε σε μια σχέση όπου η παλαιότερη ιστορικός μετέδιδε το πείσμα και το πάθος για την έρευνα στην νεότερη, αλλά και σε μια βαθιά φιλία που ένωσε τις δύο γυναίκες. Μέσα από δύο μεγάλες συνεντεύξεις της Κ. Ξηραδάκη και υλικό από το αρχείο της, η Τ. Βερβενιώτη συνέθεσε αυτήν την αφιερωμένη στη μνήμη της σύντομη αλλά περιεκτική βιογραφία, που την χαρακτηρίζει, πάνω απ’ όλα, το πάθος για την έρευνα και την ιστορία…

Αναδημοσίευση από τις «Αναγνώσεις» της Κυριακάτικης Αυγής

Advertisements

Συζήτηση

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.