διαβάζεται...
Αναρτήσεις

Η Εκδίκηση της Γυφτιάς


Πέρασαν 31 χρόνια και τρεις εβδομάδες από τη νύχτα της 18ης Οκτωβρίου 1981, τότε που 1.500 με 2.000 «γκρινιάρηδες» της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς διαδήλωσαν στο κέντρο της Αθήνας, υπενθυμίζοντας ότι εκείνο το βράδυ τίποτε δεν επρόκειτο να αλλάξει. Ήμασταν, όπως αποδεικνύεται σήμερα, οι μόνοι ρεαλιστές εκείνης της εποχής. Ή τουλάχιστον πολύ πιο ειλικρινείς απ΄ όσους ανέλαβαν αργότερα την εξουσία
Του Πρόδρομου Σεϊτανίδη

Πέρασαν 31 χρόνια και τρεις εβδομάδες από τη νύχτα της 18ης Οκτωβρίου 1981, τότε που 1.500 με 2.000 «γκρινιάρηδες» της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς  διαδήλωσαν στο κέντρο της Αθήνας, υπενθυμίζοντας ότι εκείνο το βράδυ τίποτε δεν επρόκειτο να αλλάξει. Ήμασταν, όπως αποδεικνύεται σήμερα, οι μόνοι ρεαλιστές εκείνης της εποχής. Ή τουλάχιστον πολύ πιο ειλικρινείς απ΄ όσους ανέλαβαν αργότερα την εξουσία.

Απορώ πως δεν μας τσαλαπάτησαν εκείνη τη νύχτα τα αυτοκίνητα των ενθουσιασμένων πασόκων, που περιφέρονταν αλαλάζοντας, σκούζοντας, κορνάροντας και ανεμίζοντας πράσινες πλαστικές σημαίες. Όχι πως δεν χαιρόμασταν που έπαιρνε τα παπούτσια στο χέρι η Δεξιά, που μόλις πριν 11 μήνες μας είχε σακατέψει στο ξύλο, σκοτώνοντας δύο συντρόφους μας. Όμως οι περισότεροι δεν τρέφαμε καμία ψευδαίσθηση. Θυμάμαι ακόμη εκείνο το μπλοκ, το μίζερο, το ταλαίπωρο, το σκοτεινό, με τα άθλια χειροποίητα πανό, που γκρίνιαζε ενάντια στην φωταψία, τους νέους ορίζοντες που ανέτελλαν, φωτισμένοι από έναν πράσινο ήλιο που έμελλε να μείνει πάντα μισός. Θυμάμαι στο μπλοκ μας αρκετούς που σήμερα είναι στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ, ένας είναι και βουλευτής του. Και κάποιους -γιατί να το κρύψομε άλλωστε;- που βρίσκονται τώρα στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Φυσικά, οι φωνές μας δεν ακούστηκαν. Ερχόταν η πασοκάρα!

Η εξέλιξη της ιστορίας είναι γνωστή. Και οδυνηρή. Η μεν Δεξιά πήγε σπίτι της να ανασυγκροτηθεί, η δε Πασοκάρα αποδείχτηκε, αν όχι έτοιμη να κυβερνήσει, σίγουρα έτοιμη (όχι έντιμη!) να διαχειριστεί τα πλούσια κονδύλια της τότε Ε.Ο.Κ. Έκλεισε πολλά στόματα με τον απλούστερο και ηδονικότερο τρόπο: ταΐζοντάς τα. Με ξένα λεφτά τάισε τους αγρότες υπό μορφή επιχορηγήσεων, χωρίς ποτέ να τους ενθαρρύνει να αλλάξουν καλλιέργειες και τακτική. Ξεριζωθήκανε οι ντόπιες ποικιλίες καπνών, τα ντόπια δημητριακά κι έγιναν όλα βαμβάκια, ζαχαρότευτλα και ποικιλίες Βιρτζίνια. Ο κάμπος πλούτισε και ψήφιζε Πασοκάρα. Το ίδιο και στα σωματεία. Δεν διόρισε (διαρκώς) Καρακίτσους, εξαγόρασε όμως συνειδήσεις, πρόθυμες να παραχωρηθούν σε μια βολική τιμή. Πήρε συνδικαλιστές και τους εξασφάλισε βουλευτική και υπουργική καριέρα. Η βιομηχανία έφθινε όχι λόγω των σωματείων, όπως λένε τώρα τα παπαγαλάκια του Σαμαρά, αλλά των ανύπαρκτων προδιαγραφών ποιότητας στην παραγωγή. Τα σωματεία, όσο γραφειοκρατικά κι αν ήταν, πάντα ήθελαν την ευμάρεια των εργοστασίων γιατί απ΄ αυτά εξαρτιόταν το ψωμάκι τους και η πολιτική τους επιβίωση. Το Λαναρά δεν τον έκλεισε το σωματείο. Μόνος του το έκλεισε ο μακαρίτης, όταν πήρε την επιχορήγηση. Και μετά πήγε στη Βουλγαρία, όπου το έκλεισε κι εκεί, μόλις πήρε την εκεί επιχορήγηση.

Το ΠΑΣΟΚ ανέθρεψε έναν καπιταλισμό κρατικοδίαιτο και συνηθισμένο στα ξένα λεφτά. Πουλούσαν μόνο στο κράτος, χωρίς να ελέγχει κανείς την ποιότητα του προϊόντος, παρά μόνο τη μίζα. Κι έτσι φτάσαμε σήμερα, το ένα χιλιόμετρο εθνικής οδού στην Ελλάδα να στοιχίζει όσο τέσσερα αντίστοιχα στην Ισπανία. Που δεν είναι, δα, κι εκεί τίποτε καλύτεροι.

Με ξένα λεφτά τάισε τα μπουζούκια όπου χόρευαν ο Αντρέας και ο Κατσιφάρας, με ξένα λεφτά διακόσμησε και τα κλαμπ που υπεδείκνυε ο Πέτρος Κωστόπουλος, εκδότης κι αυτός με ξένα λεφτά, που παριστούσε στα περιοδικά του τους αριστερούς με μούσια και ταγάρι, άντρες και γυναίκες. Και για τους απαράδεκτους ατίθασους κι ανυπότακτους; Επιχειρήσεις «Αρετή» στα Εξάρχεια, άγρια καταστολή στις διαδηλώσεις για τα δικαιώματα των στρατευμένων, δολοφονία του Καλτεζά, μπόλικο ξύλο για όλους. Ο Δροσογιάννης κι ο Αρκουδέας δεν ήταν απλά κάποιοι χαριτωμένοι ξινόγεροι. Ήταν η συναινετική καταστολή. Μας έδερναν, αυτοί και τα ΜΕΑ του Γεωργακάκη, με τους εκκολαπτόμενους Χρυσαυγίτες πίσω από τις πλάτες τους. Στο μεταξύ, η Δεξιά ανανεωνόταν. Ο Μάκης ο Βορίδης δεν ήταν ακόμα κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος, ήταν απλά ένα σκατόπαιδο φασιστάκι που το σφαλιαρώναμε όποτε το συναντούσαμε στους διαδρόμους της Νομικής. Στους ίδιους διαδρόμους, μπουκάριζαν με ρόπαλα του μπέιζμπολ οι Ρέιντζερς και οι Κένταυροι των μέχρι πρότινος ηθικών και νόμιμων υπουργών και των προέδρων της βουλής που πρώτα βγάζουν τα παντελόνια που τιμούν. Αμερικανάκια ακόμη και στον τραμπουκισμό οι μπαγάσηδες!

Η πρώτη γενιά πασόκων, που είχαν κάποιες αντιδικτατορικές δάφνες (όχι πολλές, ίσα-ίσα για ένα πινάκιο φακής) άρχισε να δίνει τη θέση της σε μια δεύτερη γενιά, εκείνη των επαγγελματιών της πολιτικής. Κι αν η πρώτη γενιά είχε κερδίσει την κοινωνική καταξίωση μέσα από τους προδικτατορικούς αγώνες της, η δεύτερη και -ακόμα χειρότερα- η τρίτη κέρδισαν την  καταξίωση «the best, money can buy», που λένε και στα States. Δεν είναι τυχαίο που η κρίση στα ΜΜΕ συμπίπτει με την καταβαράθρωση του ΠΑΣΟΚ. Το συντροφικό ή έστω συνένοχο κλείσιμο του ματιού από τους κυβερνώντες στον απλό πολίτη, μέσα σε μία δεκαετία μετεξελίχθηκε στην σκέτη υπεροψία της εξουσίας. Οι εξαγορασμένες συνειδήσεις έδρασαν ως αερόσακος μεταξύ εξουσίας και λαϊκής αγανάκτησης. Αλλά ο αερόσακος περιορίζει το οπτικό πεδίο και η αλαζονεία της εξουσίας ήταν πια πολύ μεγάλη. Τόσο μεγάλη που μεταγγίζεται και στους διπλανούς, τους παρατρεχάμενους, τους παρακοιμώμενους. Το 1994, το καλοκαίρι, στο Ροδάκινο, στα νότια του νομού Ρεθύμνης, ξύπνησα ένα πρωί αλαφιασμένος από ριπές που ακούγονταν απ΄το βουνό. Μέχρι να βγώ απ το αντίσκηνο ακούστηκαν και κάνα-δυό εκρήξεις απ΄ τη μεριά της θάλασσας. «Τι τρέχει, ρε παιδιά;» «Ε, ήρθε ο Λαλιώτης και θα φάει με την παρέα του στο εστιατόριο το μεσημέρι». «Και γιατί οι ντουφεκιές και οι δυναμίτες, ρε παιδιά;» «Δεν ξέρομε αν θα παραγγείλει κρέας ή ψάρι!» Ύψιστο κομπλιμέντο για τον Υπουργό ΠεΧωΔΕ!

Η φυλάκιση του τρισάθλιου Άκη Τσοχατζόπουλου δεν αρκεί για να εξευμενίσει το κοινό περί δικαίου αίσθημα. Δεκάδες ή και εκατοντάδες απ΄ αυτούς τους νεόπλουτους «αγωνιστές» θα έπρεπε σήμερα να βλέπουν τον ουρανό ριγέ, πίσω από τα κάγκελα. Φυσικά, η αδιαφορία ή η βαρυεστημάρα του Κώστα Καραμανλή δεν είχε κανένα σκοπό να τιμωρήσει ή να αποκαθάρει το δημόσιο βίο. Ούτε και η εμπάθεια του Σαμαρά, που μόλις είδε να πλησιάζει την εξουσία, μέχρι και με τη Ντόρα φίλιωσε. Άλλωστε, μπόρεσε και ο ίδιος να διορίσει τόσα φιλαράκια του. Ο νεοπλουτισμός του Τσουκάτου, η προσποιητή πολυπραγμοσύνη του Μαντέλη, που αθωώθηκε για να καταδικαστεί, το κενό απαστράπτον χαμόγελο του Παπαντωνίου, η υπεροπτική αλαζονεία και η αρχομανία του Βενιζέλου, ο κυνισμός του Πάγκαλου πρέπει να μείνουν στην ιστορία και να μην ξεχαστούν ύστερα από πέντε-δέκα χρόνια.

Και η Αριστερά; Τι έκανε η Αριστερά; Το ΚΚΕ ό,τι συνήθως: όσο έπεφταν τα ποσοστά του, τόσο περισσότερο ξανακρέμαγε χαμηλότερα τον καθρέφτη του για να νομίζει ότι ψήλωσε. Το ΚΚΕ εσ. έδινε τη μάχη του: Ο Μπανιάς πάλευε να κρατήσει το «Κ» του κομμουνισμού στον τίτλο και στην ουσία, η ΕΑΡ έδινε ουσιαστικά το προσχέδιο και το πατρόν για τη σημερινή ΔΗΜΑΡ. Φυσικά και παρασύρθηκαν πολλοί από τις απατεωνιές του ΠΑΣΟΚ. Στις ΗΠΑ, κοτζάμ οικονομολόγοι με διδακτορικά ψήθηκαν από τσακαλάκια Νιγηριανούς, που ζήτημα είναι αν είχαν βγάλει το γυμνάσιο, να στείλουν εκατοντάδες χιλιάδες καταπράσινα δολαριάκια ως «λάδωμα» για να ξεμπλοκάρει το τάδε έργο στο Λάγκος. Πολλοί πίστεψαν στον Αντρέα, οι πονηροί επένδυσαν στον Σημίτη, αλλά έπρεπε να είσαι μπετόβλακας για να εμπιστευθείς το Γιωργάκη ή τον Βενιζέλο! Ή απλά συμφεροντολόγος. Οπότε αποχωρείς μόλις βλέπεις να τελειώνουν τα συμφέροντά σου. Ας τελειώσουμε με τους κακομούτσουνους της αυτοπροσδιοριζόμενης «κεντροαριστεράς», που υπηρέτησε πιστά το κεφάλαιο. Γιατί με τη Νέα Δημοκρατία ο ανταγωνισμός είναι σαφής και ξεκάθαρος.

Σήμερα χαίρομαι που βλέπω το ΠΑΣΟΚ να διαλύεται. Νιώθω πως παίρνω εκδίκηση για τις ταλαιπωρίες της νιότης μου.

Advertisements

Συζήτηση

Τα σχόλια είναι απενεργοποιημένα.